ad

Monday, March 3, 2014

Μάχη της Μόσχας

Η Μάχη της Μόσχας (ρώσικα: Битва под Москвой, γερμανικάSchlacht um Moskau) είναι το όνομα που έχει δοθεί από σοβιετικούς ιστορικούς σε δύο περιόδους σημαντικών μαχών κατά μήκος ενός τομέα 600 χιλιομέτρων στο Ανατολικό Μέτωποκατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Διαδραματίστηκε μεταξύ Οκτωβρίου 1941 και Ιανουαρίου 1942. Ο Χίτλερθεωρούσε την Μόσχα -πρωτεύουσα της Σοβιετικής Ένωσης και μεγαλύτερη πόλη της- κύριο στρατηγικό στόχο των δυνάμεων του Άξονα στην Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα.
Η γερμανική επίθεση είχε την κωδική ονομασία Επιχείρηση Τυφώνας και είχε στόχο την δημιουργία δύο σφηνών, μία βορείως της Μόσχας εναντίον του Μετώπου Καλίνιν από την 3η και την 4η Ομάδα Πάντσερ, αποκόπτοντας ταυτόχρονα την σιδηροδρομική γραμμή Μόσχας-Λένινγκραντ, και μία νοτίως της Μόσχας εναντίον του Δυτικού Μετώπου, νότια από τηνΤούλα από την 2η Στρατιά Πάντσερ, ενώ η 4η Στρατιά θα προωθούνταν κατευθείαν προς την Μόσχα από τα δυτικά. Ένα ξεχωριστό επιχειρησιακό σχέδιο των Γερμανών, με την κωδική ονομασία Επιχείρηση Βόταν, συμπεριλήφθηκε στην τελική φάση της γερμανικής επίθεσης.
Αρχικά οι σοβιετικές δυνάμεις αμύνθηκαν στην περιφέρεια της Μόσχας κατασκευάζοντας τρεις αμυντικές ζώνες και αναπτύσσοντας νέες επίστρατες εφεδρείες καθώς και στρατεύματα από την Σιβηρία και την Άπω Ανατολή. Εν συνεχεία, αφού αναχαιτίστηκε η γερμανική επίθεση, ξεκίνησε η σοβιετική αντεπίθεση και διάφορες μικρότερης κλίμακας επιθέσεις ώστε να εξαναγκαστούν οι γερμανικές δυνάμεις να υποχωρήσουν σε θέσεις γύρω από τις πόλεις ΟριόλΒυάζμα καιΒιτέμπσκ, σχεδόν περικυκλώνοντας τρεις γερμανικές στρατιές στην πορεία.
Το αρχικό σχέδιο κεραυνοβόλου πολέμου, το οποίο είχε την κωδική ονομασία Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, προέβλεπε την κατάληψη της Μόσχας σε τέσσερις μήνες. Όμως, παρά την μεγάλη αρχική προώθηση, η Βέρμαχτ επιβραδύνθηκε λόγω της σοβιετικής αντίστασης (πιο συγκεκριμένα στην Μάχη του Σμολένσκ, η οποία διήρκεσε από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1941 και καθυστέρησε την επίθεση στην Μόσχα κατά δύο μήνες). Μόλις η Βέρμαχτ εξασφάλισε το Σμολένσκ, επέλεξε να ανασυντάξει της δυνάμεις της γύρω από τοΛένινγκραντ και το Κίεβο, καθυστερώντας περαιτέρω την επίθεση στη Μόσχα. Η προώθηση των δυνάμεων του Άξονα ξεκίνησε ξανά στις 2 Οκτωβρίου 1941 με την επίθεση που έφερε την κωδική ονομασία Επιχείρηση Τυφώνας, με σκοπό την κατάληψη της Μόσχας πριν την έλευση του χειμώνα.
Μετά από μια προώθηση που οδήγησε στην περικύκλωση και την καταστροφή αρκετών σοβιετικών στρατιών, οι Γερμανοί αναχαιτίστηκαν στη γραμμή άμυνας του Μοζάισκ, μόλις 120 χιλιόμετρα από την Μόσχα. Έχοντας διαρρήξει τη σοβιετική άμυνα, η επίθεση της Βέρμαχτ επιβραδύνθηκε από τις καιρικές συνθήκες, αφού οι φθινοπωρινές βροχές κάλυπταν τους δρόμους και τα πεδία με παχιά λάσπη που παρακώλυαν σημαντικά τα οχήματα του Άξονα, τα άλογα και τους στρατιώτες. Παρόλο που το ξέσπασμα του χειμώνα και το πάγωμα του εδάφους επέτρεψαν στις δυνάμεις του Άξονα να συνεχίσουν να προωθούνται, είχαν να αντιμετωπίσουν ολοένα αυξανόμενη σοβιετική αντίσταση.
Στις αρχές Δεκεμβρίου, οι προωθημένες ομάδες Πάντσερ απείχαν λιγότερο από 30 χιλιόμετρα από το Κρεμλίνο, και οι αξιωματικοί της Βέρμαχτ μπορούσαν να δουν κάποια από τα κτίρια της Μόσχας με κιάλια. Παρόλα αυτά οι δυνάμεις του Άξονα δεν ήταν ικανές να προωθηθούν περαιτέρω. Στις 5 Δεκεμβρίου 1941 νέες σοβιετικές δυνάμεις από την Σιβηρία, εκπαιδευμένες στις χειμερινές επιχειρήσεις, επιτέθηκαν στις γερμανικές δυνάμεις στο μέτωπο της Μόσχας. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1942 οι Σοβιετικοί είχαν απωθήσει την Βέρμαχταπό 100 έως 250 χιλιόμετρα από τη Μόσχα, απομακρύνοντας την άμεση απειλή κατά της Μόσχας. Οι δυνάμεις του Άξονα δεν πλησίασαν ποτέ ξανά τόσο κοντά στη σοβιετική πρωτεύουσα.
Η Μάχη της Μόσχας ήταν μία από πλέον σημαντικές μάχες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως επειδή οι Σοβιετικοί κατάφεραν να εμποδίσουν την πιο σοβαρή απόπειρα κατάληψης της πρωτεύουσάς τους. Η μάχη ήταν μία από τις μεγαλύτερες όλου του πολέμου, με περισσότερες από 1.000.000 απώλειες. Αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς ήταν η πρώτη φορά από το 1939, οπότε ξεκίνησε τις πολεμικές επιχειρήσεις η Βέρμαχτ, που υποχρεώθηκε σε μεγάλης κλίμακας υποχώρηση. Η Βέρμαχτ είχε αναγκαστεί να υποχωρήσει και νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της Επίθεσης Γιέλνια τον Σεπτέμβριο του 1941 και κατά την διάρκεια της Μάχης του Ροστόφ (η οποία ήταν η αιτία να χάσει ο φον Ρούντστεντ τη διοίκηση των γερμανικών δυνάμεων της ανατολής), αλλά αυτές οι υποχωρήσεις ήταν ήσσονος σημασίας συγκρινόμενες με αυτήν της Μόσχας.
Στις 22 Ιουνίου 1941, τα γερμανικά, ρουμάνικα και σλοβάκικα στρατεύματα εισέβαλαν στην Σοβιετική Ένωση, εν συνεχεία την εισβολή συνέδραμε και η Ουγγαρία (μετά τον βομβαρδισμό της ουγγρικής πόλης Κάσα), ξεκινώντας αποτελεσματικά τηνΕπιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Έχοντας καταστρέψει το μεγαλύτερο μέρος της Σοβιετικής Αεροπορίας στο έδαφος, οι γερμανικές δυνάμεις προωθήθηκαν γρήγορα βαθιά μέσα στη σοβιετική επικράτεια χρησιμοποιώντας τακτικές κεραυνοβόλου πολέμου. Οι τεθωρακισμένες μονάδες κινήθηκαν ταχύτατα δημιουργώντας σφήνες, περικυκλώνοντας και καταστρέφοντας ολόκληρες σοβιετικές στρατιές. Ενώ η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βορρά κινούνταν προς το Λένινγκραντ, η Ομάδα Στρατιών Νότου επρόκειτο να καταλάβει την Ουκρανία, ενώ η Ομάδα Στρατιών Κέντρου προωθήθηκε προς την Μόσχα. Οι σοβιετικοί αμυνόμενοι κατατροπώθηκαν, ενώ ο Κόκκινος Στρατός είχε σημαντικές απώλειες.
Το Ιούλιο του 1941, η Ομάδα Στρατιών Κέντρου είχε καταφέρει να περικυκλώσει αρκετές σοβιετικές στρατιές γύρω από τοΜινσκ κατά την διάρκεια της Μάχης του Μπιάλιστοκ - Μίνσκ, δημιουργώντας ένα τεράστιο ρήγμα στις σοβιετικές γραμμές (το οποίο οι Σοβιετικοί δεν μπορούσαν να πληρώσουν αμέσως, καθώς δεν είχαν διαθέσιμες εφεδρείες) και διαλύοντας τοΣοβιετικό Δυτικό Μέτωπο ως οργανωμένο σώμα. Έτσι η Βέρμαχτ κατάφερε να διασχίσει τον Δνείπερο που βρίσκονταν στον δρόμο για την Μόσχα, με τις ελάχιστες δυνατές απώλειες.[5]
Τον Αύγουστο του 1941 οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν την πόλη Σμολένσκ, σημαντικό προπύργιο στον δρόμο για την Μόσχα. Το Σμολένσκ θεωρούνταν ιστορικά το κλειδί της Μόσχας επειδή έλεγχε το πέρασμα μεταξύ των ποταμών Ντβίνα, Δνείπερο και μερικών άλλων, επιτρέποντας τη γρήγορη προώθηση στρατευμάτων χωρίς να είναι αναγκαίο να κατασκευαστούν γέφυρες στους εν λόγω ποταμούς. Η απεγνωσμένη υπεράσπιση της περιοχής του Σμολένσκ από τους Σοβιετικούς κράτησε δύο μήνες, από τις 10 Ιουλίου μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου 1941.[6] Αυτή η σφοδρή μάχη, γνωστή ωςΜάχη του Σμολένσκ, καθυστέρησε την προέλαση των Γερμανών μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου, αποδιοργανώνοντας την τακτική του κεραυνοβόλου πολέμου και αναγκάζοντας την Ομάδα Στρατιών Κέντρου να χρησιμοποιήσει σχεδόν τις μισές της εφεδρείες (10 από τις 24 μεραρχίες) κατά την διάρκεια της μάχης.[6]
Η γερμανική προέλαση είχε βαλτώσει και στα υπόλοιπα σημεία του μετώπου. Κοντά στο Λένινγκραντ, η Ομάδα Στρατιών Βορρά είχε συγκρατηθεί από την αμυντική γραμμή στον Λούγκα για σχεδόν ένα μήνα, προτού την υπερκεράσει. Στο νότο, η Ομάδα Στρατιών Νότου, η οποία συμπεριλάμβανε πολλές Ουγγρικές και Ρουμάνικες μονάδες, λιγότερο εκπαιδευμένες, εξοπλισμένες και έμπειρες από τις αντίστοιχες της Βέρμαχτ, αντιμετώπισε πολλές σοβαρές αντεπιθέσεις και αναγκάστηκε να σταματήσει. Η Βέρμαχτ βρισκόταν πλέον σε δίλημμα, η Ομάδα Στρατιών Κέντρου ήταν ακόμα αρκετά δυνατή ώστε να προσεγγίσει την Μόσχα, αλλά μια τέτοια προέλαση θα δημιουργούσε έξαρμα στις γερμανικές γραμμές, αφήνοντάς το ευάλωτο σε τυχόν πλευρικές επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Χίτλερ, η Γερμανία χρειαζόταν τον σιτοβολώνα και τους ορυκτούς πόρους της Ουκρανίας.[7] Έτσι η Βέρμαχτ διατάχθηκε να εξασφαλίσει πρώτα την περιοχή της λεκάνης του Ντόνετς και να προωθηθεί μετά προς την Μόσχα.[8] Η Στρατιά Πάντσερ του Χάιντς Γκουντέριαν στράφηκε προς τον νότο ώστε να υποστηρίξει την επίθεση του Γκερντ φον Ρούντστεντ στο Κίεβο,[7] η οποία αποτέλεσε άλλη μία σημαντική νίκη εναντίον του Κόκκινου Στρατού. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1941, οι σοβιετικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Κίεβο μετά από την επίμονη άρνηση του Στάλιν να επιτρέψει την απόσυρση των Σοβιετικών από την προεξοχή του Κιέβου, όπως μνημονεύουν ο Αλεξάντρ Βασιλιέφσκι και ο Γκεόργκι Ζούκοφ στα απομνημονεύματά τους.[9][10] Αυτή η άρνηση στοίχισε στον Ζούκοφ την θέση του ως Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου,[11] παρόλο που η πρόβλεψή του για περικύκλωση από τους Γερμανούς αποδείχτηκε σωστή. Αρκετές σοβιετικές στρατιές περικυκλώθηκαν και εξουδετερώθηκαν από την Βέρμαχτ με ένα διπλό κυκλωτικό ελιγμό, δίνοντας την δυνατότητα στις γερμανικές δυνάμεις να κινηθούν προς το νότο.[12]
Παρά την αποφασιστική νίκη του Άξονα, η Μάχη του Κιέβου έβγαλε τον «κεραυνοβόλο πόλεμο» περαιτέρω εκτός σχεδίου. Όπως έγραψε αργότερα ο Γκουντέριαν, «Το Κίεβο ήταν σίγουρα λαμπρή τακτική επιτυχία, αλλά το ερώτημα κατά πόσο ήταν στρατηγικής σημασία παραμένει. Τα πάντα τώρα εξαρτώνταν από την ικανότητά μας να πετύχουμε τα αναμενόμενα αποτελέσματα πριν τον χειμώνα και πριν τις βροχές του φθινοπώρου.»[13] Ο Χίτλερ πίστευε ακόμα ότι η Βέρμαχτ είχε πιθανότητες καταλαμβάνοντας τη Μόσχα, να τελειώσει τον πόλεμο πριν τον χειμώνα. Στις 2 Οκτωβρίου 1941, η Ομάδα Στρατιών Κέντρου υπό την διοίκηση του Φέντορ φον Μποκ εξαπέλυσε την τελική της επίθεση κατά της Μόσχας με την κωδική ονομασία Επιχείρηση Τυφώνας. Ο Χίτλερ είπε λίγο μετά την επίθεση ότι «Μετά από τρεις μήνες προετοιμασιών, έχουμε επιτέλους την πιθανότητα να συντρίψουμε τον εχθρό πριν την έλευση του χειμώνα. Όλες οι πιθανές προετοιμασίες έχουν γίνει…, σήμερα ξεκινά η τελευταία μάχη του χρόνου….»

No comments:

Post a Comment